τιμωρήσασθαι

τιμωρήσασθαι
τῑμωρήσασθαι , τιμωρέω
to be an avenger
aor inf mid

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • κατάξιος — κατάξιος, ον (Α) ο πλήρως άξιος κάποιου, αυτός που αρμόζει, που πρέπει σε κάποιον, αντάξιος κάποιου («κατάξιον δ ἐμοῡ», Σοφ.). επίρρ... καταξίως (Α) αντάξια, κατ αξίαν, όπως αξίζει, όπως πρέπει σε κάποιον («τοὺς αἰτιους τῆς ἀποστάσεως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”